Πλάνεψη

Κι είναι σήμερα το γρασίδι μαλακό,
πρόσεχε, μπορεί να μας βουλιάξει,
μέσ’ από φύλλα τρυφερά ταξίδεψα θαρρώ,
σ’ ένα ξεγύμνωμα που θέλει να ουρλιάξει,
αγγίζω, χάνω τον ήλιο απ’ την αρχή,
ανάγλυφα τις νιώθω αργόσυρτες τις ήττες,
όπου κι αν βγω κατηφορίζω στην ακτή,
να βρω τη θάλασσα που τραγουδούν οι μύστες.

[Εκεί κάτω…]

Εκεί κάτω,
δεν καταλαβαίνω ακριβώς
πόσο ατραγούδιστη γίνομαι,
χειρίζομαι καλύτερα τα άστρα,
μα σε κάθε ρήμαγμα, μένω μια στάλα ακίνητη.
Χλωμή και κουρασμένη
χώνω το χέρι μου στο μαύρο
και του δίνω τουλάχιστον ένα σχήμα,
για να μπορεί να βαστά μια καραμέλα,
μετά, με ανθηρή ευλάβεια σταματώ
να γίνομαι ευπρεπής.
Κάνω καλύτερο θόρυβο όταν γελώ.
Ο νούς μου γεμίζει δυόσμο και τριαντάφυλλα
και θέλω να κόβω φύλλα από τα νούφαρα,
να τα φυσώ και να γίνονται φυσαλίδες,
πολύχρωμες φυσαλίδες που σκορπάνε στον ήλιο,
κυλούν ασταμάτητα κι έχουν αυτή την ικανότητα
να χώνονται στο άβολο τ’ ουρανού,
η ανάσα μου ν’ ανακατεύεται με τον άνεμο,
τρομάζουν περισσότερο στις τσέπες μου
οι σπασμένες σκέψεις και πηδώ ψηλά,
να βοηθήσω μ’ ευφροσύνη
τ’ αλήτικα κενά.
Ο ήλιος απ’ τα ύψη βασιλεύει.

[Είμαι σ’ έναν τόπο…]

Είμαι σ’ έναν τόπο
από κείνους που έχω ανθίσει.
Το στόμα μου γεμάτο με τρεμουλιαστή χαρά.
Εξαργύρωνα την τραχύτητα
με μικρά γαλάζια σύννεφα,
τα τύλιγα με λωρίδες
απ’ το λευκό μου νυχτικό.
Τί μου ‘λεγες και γέλαγα
και φλυαρούσα με μάτια γυμνά,
οι χρόνοι μού ζύμωναν τα δάχτυλα,
μελετούσα κομμάτια ξύλου
ξεβγαλμένα από τη θάλασσα
κι ο αφρός της έσβηνε
τον σφυγμό μου στην άμμο,
δραπέτευα πριν τον πνιγμό
κι ακουμπούσα σε λεία βότσαλα
σαν κάτι μικρά αλμυρά ανθάκια
που γεννιούνται για τον ήλιο του μεσημεριού,
άδειαζα τη βάρκα με μικρά κανατάκια
κι έτρεχα να μετρήσω
τα κρινάκια της θάλασσας.
Μισοφέγγγαρο απόψε.
Οι λεμονιές χύνουν κομμάτια τους
και γω βουτάω φυσώντας,
για να φυλάξω την γεύση του κίτρινου
στης νύχτας το ύψωμα.

Σχήματα

Τί γυρεύουν οι ανεμώνες
ανάμεσα απ’ τα κύματα;
Τα μάτια των σκιών
ζητιανεύουν θεοπάλαβα.
Εκείνες, ξεδιπλώνονται απ’ τον άνεμο,
ζυγώνουν με πρόσωπα όνειρα
κι ο ουρανός τους γλείφει το φίλντισι
απ’ τ’ αλμυρά νερά.
Μένουν τα χρώματα, λυτά,
σαν ξέπλεκα μαλλιά
και κάθε αστράκι μπήγει τα νύχια του
στην ιερή τους τόλμη.
Σε κάθε ανάσκελη άχνα,
όσα ανάβονται σιωπηλά,
ρουφούν τη φυρονεριά
και φτιάχνουν ξανά τη θάλασσα.
Τα πιο καθαρά σχήματα
λασκάρουν το προαιώνιο σφίξιμο
και χωρίς αιδώ χαρίζονται.

Εγκώμιο

Χούφτες τσίγκινων αστραπών
μ’ αγγίζουν κατάσαρκα,
το φως κουλουριασμένο
σε στάση εμβρυική.
Σμάρια σταγόνων
μουσκεύουν υπόγειες αλυσίδες,
κινούνται ανάποδα
δαγκώνοντας σιωπές
οι μύθοι των ήχων,
σκαρφαλώνω στα νυχτολούδουδα
και κάθε τους στιβάδα
χαϊδεύει τη γλώσσα μου
με της νύχτας το ξέσπασμα,
βρυχηθμός και σκιρτήματα,
κατατρώγονται τα περιθώρια γενναιόδωρα,
σαν να πνίγει το φως του το φεγγάρι
ανάμεσα απ’ το φύλλωμα των δέντρων
και τρίβεται κάθε λευκή ανταύγεια
στα χείλη μου με δύναμη,
ένα εγκώμιο υπόκωφο,
πριν ξαναφύγει μ’ αμφίρροπο κάρφωμα.