Ευστάθεια

Κάθε φορά που η λύπη της
την έπιανε ζωντανή,
κρατούσε στον κόρφο της
μια μπόρα από ροδακινί αγριολούλουδα,
η μυρωδιά τους πότιζε το σούρουπο
κι ό,τι κοκκίνιζε λοξό,
σάστιζε τα όρια από το άρρητο.
Συλλάβιζε κύματα,
για να ρουθουνίζουν τα χάσματα
κι η ανάσα έγερνε, σαν ανοιξιάτικο άγγιγμα.
Μια ισορροπία με μέλι και χώματα.
.
.
.
Painting: Gaston de Latouche. In the Garden, 1898

Σθένος

Ο δρόμος απόψε
μπερδεύει τα άνθη
που στάζει η άνοιξη
με κάτι φύλλα ονείρων
και φουσκωμένα θυμάρια.
Φεγγίζει στο στήθος μου
ένα σημάδι γλαυκό.
Χωρίς λέξεις τινάζω τα χέρια,
ό,τι μου μένει
είναι το χνώτο κατάματα,
από τις λίγες δυνάμεις
που αντέχουν στο χρόνο.
.
.
.
Paintings Jun Kumaori

Μέθυσμα

Η νύχτα φως μας
ξεφλούδιστο,
λαξεμένος στις άκρες της
ο φόβος κρυσταλλωμένος,
μα στις πράξεις του
είναι πιο βαθύ ετούτο το σεργιάνισμα,
ακουμπά τις φωνές του
πλουσιοπάροχα ο βυσσινί στοχασμός
και κάθε απόγνωση
παίζει κυνηγητό με πεταλούδες,
κολλούν στους ουρανίσκους των σιωπών
μικρά κουλουριασμένα αγκάθια
και μαγκώνει ο άνεμος τα χνώτα των τρελών
για να ‘χει μέθυσμα ο ουρανός
να υψώνει ανάσες.
Ανάβοντας αλήτικα άστρα
χορεύει με παράφορους αγγέλους
κι ένα μπλε, γλυκό και συμπαγές,
ενστερνίζεται ολόφωτους γαλαξίες,
καθώς απλώνεται στη θαλασσογραφία
της ανοιξιάτικης χίμαιρας.

Έγερση

Σήμερα μύρισα
πορτοκαλόφυλλα στους δρόμους.
Με διάβαζαν μικρή σε σκόρπιες λέξεις
και γω βλάσταινα,
αν ταξιδέψεις ευθεία στον καιρό
προφταίνεις το φεγγάρι,
ό,τι χάνω απ’ το στόμα
είναι στο χείμαρρο, σαν προσευχή
μικρές αποστηθίσεις,
γυμνή σε χίλια χρώματα
γυρεύω καλόφωτες ανάσες,
καλπάζουν τ’ άλογά μου με ασημένια θρύψαλα,
μήτε βγήκα να δω τον ουρανό,
σπαρταράει το μέρος στην αντίπερα όχθη
κι οι ίσκιοι χορεύουνε μ’ απέριττη βραχνάδα,
η μουσική ολοένα εγείρεται,
ξυπνά τα φιλντισένια στρώματα
και τραγουδούνε κάθυγρα
ετούτα δω τα σπλάχνα,
στη θύελλα όχι παυσίπονα,
γελά η έκσταση και πυρακτώνει το σούρουπο,
με τα χέρια χαϊδεύω το χώμα,
με τα μάτια σηκώνω τα τριαντάφυλλα.
Στο κέντρο του ανέμου, το άγρυπνο,
με την ψυχή μου
μπολιάζω ένα άστρο.