
Κάθε φορά που η λύπη της
την έπιανε ζωντανή,
κρατούσε στον κόρφο της
μια μπόρα από ροδακινί αγριολούλουδα,
η μυρωδιά τους πότιζε το σούρουπο
κι ό,τι κοκκίνιζε λοξό,
σάστιζε τα όρια από το άρρητο.
Συλλάβιζε κύματα,
για να ρουθουνίζουν τα χάσματα
κι η ανάσα έγερνε, σαν ανοιξιάτικο άγγιγμα.
Μια ισορροπία με μέλι και χώματα.
.
.
.
Painting: Gaston de Latouche. In the Garden, 1898



