
Προς την άνοιξη,
τα μαλλιά σου
σπάνε σε κύματα
και γύρω από τα φρύδια σου
κεντούνε χελιδόνια.
Διπλώνεις τα χέρια σου στο σώμα,
δεν θα καταδεχόσουν ποτέ
να τα ‘βγαζες από φεγγίτη.
Κι η νύχτα τέλεια,
μαζεύω το φόρεμα
με τρόπο περίεργο,
να μη σημαδέψω τα όστρακα
και σκοτεινιάσω τ’ αστέρια.
Λαξευτή μέσα στο βράχο,
καθοδηγώ τη φωτιά
και καθρεφτίζω το άπειρο.