
Μπερδεύομαι κι εγώ
με τις ωμότερες ανάσες.
Ακάλυπτα όλα
και να μην εναρμονίζονται.
“Πού είναι το άνθος
για προσάναμμα;” σου ψιθυρίζω.
Μα πριν τρεμάμενη
γρυλίσω πάλι,
αναποδογυρίζω το μολύβι μου
και βάφω με μιαν ανάσα βατόμουρα
τα χείλη του ήλιου.
Ανάκατοι να πλουτίσουμε
της γλώσσας το άγγιγμα
με ζουμερό βουλοκέρι.