
Χωρίς στίξη τέσσερα δέντρα,
καθάρια κι ολόγυμνα
μου δαγκώνουν τον ύπνο.
Αγγίζω το δέρμα τους σαν το νερό,
αγγίζω το χρόνο.
Μ’ ανατριχιάζει το δέος.
Γυρίζω στη γη μέσα από τις κρυφές μου πληγές,
ανερμήνευτα πέπλα ξετυλίγουν κορφές,
φύλλα χαρακωμένα χρυσού, ιώδιο κι αγίασμα,
ανοίγουν τα σπλάχνα, κύκλοι νερένιοι, ομόκεντροι,
απλώνουν τον χώρο.
Τί μας χωρίζει από τους ήχους της θάλασσας;
Ξεχύνονται χαμόγελα από μάτια λαβωμένα,
όμοιο φουρφούριασμα από μικρές πεταλούδες.
Σ’ έναν καθρέφτη χαμογελώ με λευκόμαλλους αγγέλους,
γαλήνη ερημική, που ανηφορίζει.
Ανοίγω τα χέρια, μοιράζω τον ήλιο,
γυρίζω στη γη μέσα από τις κρυφές μου πηγές.
Το κέντρο τους έχει του μελιού το χρώμα.