
Η νύχτα φως μας
ξεφλούδιστο,
λαξεμένος στις άκρες της
ο φόβος κρυσταλλωμένος,
μα στις πράξεις του
είναι πιο βαθύ ετούτο το σεργιάνισμα,
ακουμπά τις φωνές του
πλουσιοπάροχα ο βυσσινί στοχασμός
και κάθε απόγνωση
παίζει κυνηγητό με πεταλούδες,
κολλούν στους ουρανίσκους των σιωπών
μικρά κουλουριασμένα αγκάθια
και μαγκώνει ο άνεμος τα χνώτα των τρελών
για να ‘χει μέθυσμα ο ουρανός
να υψώνει ανάσες.
Ανάβοντας αλήτικα άστρα
χορεύει με παράφορους αγγέλους
κι ένα μπλε, γλυκό και συμπαγές,
ενστερνίζεται ολόφωτους γαλαξίες,
καθώς απλώνεται στη θαλασσογραφία
της ανοιξιάτικης χίμαιρας.