[Εκεί κάτω…]

Εκεί κάτω,
δεν καταλαβαίνω ακριβώς
πόσο ατραγούδιστη γίνομαι,
χειρίζομαι καλύτερα τα άστρα,
μα σε κάθε ρήμαγμα, μένω μια στάλα ακίνητη.
Χλωμή και κουρασμένη
χώνω το χέρι μου στο μαύρο
και του δίνω τουλάχιστον ένα σχήμα,
για να μπορεί να βαστά μια καραμέλα,
μετά, με ανθηρή ευλάβεια σταματώ
να γίνομαι ευπρεπής.
Κάνω καλύτερο θόρυβο όταν γελώ.
Ο νούς μου γεμίζει δυόσμο και τριαντάφυλλα
και θέλω να κόβω φύλλα από τα νούφαρα,
να τα φυσώ και να γίνονται φυσαλίδες,
πολύχρωμες φυσαλίδες που σκορπάνε στον ήλιο,
κυλούν ασταμάτητα κι έχουν αυτή την ικανότητα
να χώνονται στο άβολο τ’ ουρανού,
η ανάσα μου ν’ ανακατεύεται με τον άνεμο,
τρομάζουν περισσότερο στις τσέπες μου
οι σπασμένες σκέψεις και πηδώ ψηλά,
να βοηθήσω μ’ ευφροσύνη
τ’ αλήτικα κενά.
Ο ήλιος απ’ τα ύψη βασιλεύει.

Leave a comment