
Είμαι σ’ έναν τόπο
από κείνους που έχω ανθίσει.
Το στόμα μου γεμάτο με τρεμουλιαστή χαρά.
Εξαργύρωνα την τραχύτητα
με μικρά γαλάζια σύννεφα,
τα τύλιγα με λωρίδες
απ’ το λευκό μου νυχτικό.
Τί μου ‘λεγες και γέλαγα
και φλυαρούσα με μάτια γυμνά,
οι χρόνοι μού ζύμωναν τα δάχτυλα,
μελετούσα κομμάτια ξύλου
ξεβγαλμένα από τη θάλασσα
κι ο αφρός της έσβηνε
τον σφυγμό μου στην άμμο,
δραπέτευα πριν τον πνιγμό
κι ακουμπούσα σε λεία βότσαλα
σαν κάτι μικρά αλμυρά ανθάκια
που γεννιούνται για τον ήλιο του μεσημεριού,
άδειαζα τη βάρκα με μικρά κανατάκια
κι έτρεχα να μετρήσω
τα κρινάκια της θάλασσας.
Μισοφέγγγαρο απόψε.
Οι λεμονιές χύνουν κομμάτια τους
και γω βουτάω φυσώντας,
για να φυλάξω την γεύση του κίτρινου
στης νύχτας το ύψωμα.