
Τί γυρεύουν οι ανεμώνες
ανάμεσα απ’ τα κύματα;
Τα μάτια των σκιών
ζητιανεύουν θεοπάλαβα.
Εκείνες, ξεδιπλώνονται απ’ τον άνεμο,
ζυγώνουν με πρόσωπα όνειρα
κι ο ουρανός τους γλείφει το φίλντισι
απ’ τ’ αλμυρά νερά.
Μένουν τα χρώματα, λυτά,
σαν ξέπλεκα μαλλιά
και κάθε αστράκι μπήγει τα νύχια του
στην ιερή τους τόλμη.
Σε κάθε ανάσκελη άχνα,
όσα ανάβονται σιωπηλά,
ρουφούν τη φυρονεριά
και φτιάχνουν ξανά τη θάλασσα.
Τα πιο καθαρά σχήματα
λασκάρουν το προαιώνιο σφίξιμο
και χωρίς αιδώ χαρίζονται.