
Γυμνά
κοιτάζω απόψε
των ματιών σου τ’ άστρα.
Κι όλες οι ευχές μου
γλύκαναν την ασημένια θλίψη.
Τα φώτα τ’ ουρανού
κορφολογούνται στους πύργους
των παραμυθιών
και γω αρχίζω να γεμίζω το σακκούλι
με δράκους και αλόγατα και χίλιες κρήνες,
να σου ψιθυρίζω όταν αργείς να κοιμηθείς.