Μέχρι την επόμενη δίνη, ας δεσμεύσουμε την ισχύ στην κίνηση του ιππόκαμπου, στ΄ αλμυρίκια του δειλινού, στον ανθισμένο τάπητα από τις κερασιές. Το όνομά μου φτιάχνεται ξεκλείδωτο, χωρίς απαγόρευση. Κροταλίζουνε οι πυξίδες, μα όλο διδάσκομαι με μπόρες κι όνειρα κι αναζητώ σαν παιδί το ακροθαλάσσι.
Προς την άνοιξη, τα μαλλιά σου σπάνε σε κύματα και γύρω από τα φρύδια σου κεντούνε χελιδόνια. Διπλώνεις τα χέρια σου στο σώμα, δεν θα καταδεχόσουν ποτέ να τα ‘βγαζες από φεγγίτη. Κι η νύχτα τέλεια, μαζεύω το φόρεμα με τρόπο περίεργο, να μη σημαδέψω τα όστρακα και σκοτεινιάσω τ’ αστέρια. Λαξευτή μέσα στο βράχο, καθοδηγώ τη φωτιά και καθρεφτίζω το άπειρο.
Μπερδεύομαι κι εγώ με τις ωμότερες ανάσες. Ακάλυπτα όλα και να μην εναρμονίζονται. “Πού είναι το άνθος για προσάναμμα;” σου ψιθυρίζω. Μα πριν τρεμάμενη γρυλίσω πάλι, αναποδογυρίζω το μολύβι μου και βάφω με μιαν ανάσα βατόμουρα τα χείλη του ήλιου. Ανάκατοι να πλουτίσουμε της γλώσσας το άγγιγμα με ζουμερό βουλοκέρι.
Χωρίς στίξη τέσσερα δέντρα, καθάρια κι ολόγυμνα μου δαγκώνουν τον ύπνο. Αγγίζω το δέρμα τους σαν το νερό, αγγίζω το χρόνο. Μ’ ανατριχιάζει το δέος. Γυρίζω στη γη μέσα από τις κρυφές μου πληγές, ανερμήνευτα πέπλα ξετυλίγουν κορφές, φύλλα χαρακωμένα χρυσού, ιώδιο κι αγίασμα, ανοίγουν τα σπλάχνα, κύκλοι νερένιοι, ομόκεντροι, απλώνουν τον χώρο. Τί μας χωρίζει από τους ήχους της θάλασσας; Ξεχύνονται χαμόγελα από μάτια λαβωμένα, όμοιο φουρφούριασμα από μικρές πεταλούδες. Σ’ έναν καθρέφτη χαμογελώ με λευκόμαλλους αγγέλους, γαλήνη ερημική, που ανηφορίζει. Ανοίγω τα χέρια, μοιράζω τον ήλιο, γυρίζω στη γη μέσα από τις κρυφές μου πηγές. Το κέντρο τους έχει του μελιού το χρώμα.
Μια λύκαινα που πατά σε σπαρμένες ανταύγειες, σκαρφαλώνει με μεγάλα τεράστια μάτια και το φεγγάρι λευκό την κοιτάζει ατάιστο. Η δύναμη του ζώου αποκαλύπτει υφάδια για τα σύννεφα. O κόσμος, τεράστιος, ξετυλίγεται σε βαθιά θάλασσα.