
Ακόμα δε μ’ αναγνωρίζει,
καλωσόρισες στόμα μου.
Τί ταξίδι,
η ίδια φράση,
μπορντό, νοσταλγική.
Η θύμηση στέκεται απέναντι,
λουλούδια εμφανίζονται
χωρίς προκαθορισμένο σχέδιο.
Ηλιαχτίδες αχνιστές
μυρίζουν ζεστασιά με μισόκλειστα μάτια.
Ας μη μιλήσουμε,
παρά για τη γλώσσα
της μισόγυμνης συγκέντρωσης
και τα λικνιζόμενά της.
Μισάνοιχτα φυσούν
μικρά αλλόκοτα κοχύλια,
σαν σταγόνες χρυσαφιού
που δραπετεύουν πάντα
απ’ τους κόσμους εκείνους.