Γραφές

Χαμηλώνει κι άλλο ο ήλιος.
Πασχίζω να διαβάσω τον ίσκιο του.
Μα πώς γίνεται
ν’ αμφιβάλλω για τους τόπους;
Εκεί που φέγγει ο αυγερινός
και όλα τ’ αναρίθμητα
διάφανα γίνονται άστρα,
κατεβαίνω και πιο βαθιά,
στη μνήμη που γαλαζόμαυρη
χάιδευε καταιγίδες.
Απλώνεται.
Γεμίζει με ροδόφυλλα
τα χείλη των ανέμων.
Τίποτα δεν υπολογίσαμε σωστά.
Ό,τι γράφεται με τα όνειρα
κυλά απ’ τον κόσμο
και μας σχηματίζει αιώνιο το πρόσωπο,
γεμίζει το σκοτάδι ουράνια σώματα.
Εκεί μέσα, τα μάτια μου χρυσαφίζουν,
κοιτούν του δέντρου το φως
και ηρεμούν.

Leave a comment