
Πάντα αυτή την ώρα.
Όλος ο χώρος αμίλητος
και στο νησί ανέβαιναν
τα χρώματα.
Μια νεραντζιά σιμά μου
σα να ‘βγαινε
απ’ του ήλιου τις ανταύγειες,
τόλμησε κατάστηθα
να λαμπιστεί μ’ ευλάβεια,
άκουγα με το σώμα μου
την βιολετί παρέκκλιση
και λίγο λίγο περπάταγα μακριά.
Σε κάθε στέρνα
γελούσε το φεγγάρι.
Σε κάθε θάλασσα
τ’ αστέρια λεπτοδουλεμένα
μάζευαν μαργαρίτες.
Έξω απ’ την ήσυχη νυχτιά
πεζοπορούσαν θάματα.