
Μην της μιλήσεις της ώρας,
φυλάει το δειλινό.
Επαίτες αυτά τα σύννεφα,
λαχταρούν κατάσαρκα
λίγο απ’ το μαβιασμένο
του ήλιου πρόσωπο.
Δεν ξαναλέω τι παθαίνω τ’ απόβραδο,
στενεύει ο κόσμος μέσα στις λέξεις μου
και πρέπει με χιλιαπλά ανεμίσματα
να ξεδιπλώνω
του κόκκινου την αποξένωση.
Σκυφτή μια σύγκρουση
δίνει νόημα στο πέταγμα
και τρέχουν τα μπράτσα μου
να σμιλευτούν με τα πουλιά.
Πλαταγίζει το πρώτο αστέρι
τη δύναμη των λευκοπετραδιών.
Ένα ένα τα ζωντανεύω
κι οπάλλινη ηρεμώ.