
Σαν άστρο καθαρό,
η θάλασσα μας προεκτείνει.
Ντύνομαι εγώ,
το χρέος μου να κάνω
σε τόσο φως
και καρφωμένο μπλε.

Σαν άστρο καθαρό,
η θάλασσα μας προεκτείνει.
Ντύνομαι εγώ,
το χρέος μου να κάνω
σε τόσο φως
και καρφωμένο μπλε.

Ακόμα δε μ’ αναγνωρίζει,
καλωσόρισες στόμα μου.
Τί ταξίδι,
η ίδια φράση,
μπορντό, νοσταλγική.
Η θύμηση στέκεται απέναντι,
λουλούδια εμφανίζονται
χωρίς προκαθορισμένο σχέδιο.
Ηλιαχτίδες αχνιστές
μυρίζουν ζεστασιά με μισόκλειστα μάτια.
Ας μη μιλήσουμε,
παρά για τη γλώσσα
της μισόγυμνης συγκέντρωσης
και τα λικνιζόμενά της.
Μισάνοιχτα φυσούν
μικρά αλλόκοτα κοχύλια,
σαν σταγόνες χρυσαφιού
που δραπετεύουν πάντα
απ’ τους κόσμους εκείνους.

Χώνει λίγο το κεφάλι του
το άστρο
μέσα στο σύννεφο,
με την πύκνια του
το ρουφά ολόκληρο.
Φέγγει
η αυτοπυρπολημένη ύλη αλλιώς.
Με τη μελωδία του μπλε
να κοιμηθείς.
Ακούγεται σαν ήχος προσταγής
κι η νύχτα με τα πελέκια της
φωτοσβήνει
την αλμυρή θάλασσα.
Γεμίζει μαργαρίτες.

Σ’ αυτό τον κόσμο
που όλο γερνάει,
θέλουν τα μάτια μου
ν’ ανακαλούν
τη φρέσκια ομορφιά.
Ρόδινη.
Να χυμίζει γενναία
πάνω από έγχορδα μελανά.

Χαμηλώνει κι άλλο ο ήλιος.
Πασχίζω να διαβάσω τον ίσκιο του.
Μα πώς γίνεται
ν’ αμφιβάλλω για τους τόπους;
Εκεί που φέγγει ο αυγερινός
και όλα τ’ αναρίθμητα
διάφανα γίνονται άστρα,
κατεβαίνω και πιο βαθιά,
στη μνήμη που γαλαζόμαυρη
χάιδευε καταιγίδες.
Απλώνεται.
Γεμίζει με ροδόφυλλα
τα χείλη των ανέμων.
Τίποτα δεν υπολογίσαμε σωστά.
Ό,τι γράφεται με τα όνειρα
κυλά απ’ τον κόσμο
και μας σχηματίζει αιώνιο το πρόσωπο,
γεμίζει το σκοτάδι ουράνια σώματα.
Εκεί μέσα, τα μάτια μου χρυσαφίζουν,
κοιτούν του δέντρου το φως
και ηρεμούν.