Ακροβασία

Λεπτή απόχρωση,
επουλώνει τις γραμμές
που βαθαίνουν πάνω στο χιόνι.
Πορσελάνινα καμπανάκια
πάνω στα δέντρα
αντανακλούν ήχους
που κανένας δεν ανασηκώνει
και πάλι, εκμυστηρεύομαι
στ’ αποσβολωμένα μουτσουνιάσματα
λιόπυρα αναρχικά,
ζαχαρωτά τρελών
και τριαντάφυλλα.
Ακροβασία
σε λέξεις ολόσωμες.

Μετέωρη

Κατέχω λόγια
στο λαιμό,
όλα περιστρέφονται
χωρίς να λαθεύουν.
Με το νερό
βηματίζω αλλιώς.
Δύστροπα άστρα
με βουτούν ασύμμετρα
και στον κάθε χώρο
στάζω απ’ τα βάθη
των ονείρων.
Μυρωδιά άσπρου αφρού
τυλίγεται
στο μετέωρο πόδι μου.
Γελώ. Στραφταλάκια
μαγεύουν ακόμα.

Η μεγαλύτερη νύχτα

Η πολιτεία που νυχτώνει
πήρε να χιονίζει τα όνειρα.
Απαλό σκέπασμα
γυρεύουν απόψε οι ανέμοι.
Για να ‘χουν ν΄ ακουμπούν
οι ώμοι μια τρυφεράδα
και τα μάτια να ενώνουν
τις γραμμές ανάμεσα
στα φεγγάρια
και τις πέτρινες σιωπές.
Στο χρώμα του νερού
περπατά η μεγαλύτερη νύχτα.
Η αυγή φυλά για να κυκλώσει
τα πέλματα με κόκκινες γραμμές,
μην τύχει και σκορπίσουνε μακριά
οι κόψεις οι ανεπαίσθητες.
Φύσα, τρεμάμενη μεστή ανάσα,
σε κείνους τους ουρανούς
που αλλάζαμε παιδιά,
θα τρέχει πάντα μνήμη.