Νυχτέρι

Στη σιγαλιά της νύχτας, στη δροσιά,
στον ήχο του τριζονιού, στα νεφελώματα,
η χώρα μου νιώθει το φως
κι η σάρκα της λιγοθυμάει,
το βλέμμα τρυπά το σκούρο μπλε,
το έλατο ξυπνά και πετάγεται μέχρι επάνω,
κατρακυλά ως το πηγάδι
το σκούρο αξύριστο ενός κουκουναριού,
αχαλίνωτο το ζεστό,
ποτάμι που σμιλεύει τα πόδια μου
κι αυτά ακολουθούν στις σπηλιές τις βαθιές,
δεν λείπουν τα χνάρια, ξεκουράσου,
τα φύλλα τσουγκρίζονται
και φυτρώνουν σαν φρύδια,
ζωηρά αγκαλιάζουν τα δέντρα,
τα μάτια μου ανοίγουν σαν ρόδια της θάλασσας,
γεμίζουν μέσα τους μικρούς
ζουμερούς κόκκινους ήλιους
και μια ουλή του φεγγαριού γεμάτη αλμύρα.
Μπήγονται στον άνεμο ανεμώνες.
Μια ριπή των αστεριών
τρυφερά με ξυπνάει.

Leave a comment