Ελάτινη

Δέντρα χρυσά,
στα γόνατά τους
ακουμπώ τη γαλήνη.
Τα τρυφερά σώματα
του σκοταδιού ξυπνούν
και προσφέρουν γύρω τους
χώρο.
Γλιστρά σαν καλοκαίρι
η ψωμωμένη ελάτινη μυρωδιά
πάνω απ’ το δέρμα μου.
Μαζεύω με μυστικότητα
κάτι κονκάρδες του φεγγαριού,
τις ακουμπώ στις φλέβες τ΄ ουρανού
κι αυτές κοιτούν χωρίς ντροπή
το σημείο που ενώνει την αρχή με το τέλος.
Σκύβω φιλώ
το στόμα του σύννεφου,
πάνω σε κάθε ανέμισμα
αστράφτουν πιστά πεφταστέρια
κι η λάμψη του ορίζοντα
ενώνει το μωβ με το έναστρο γέλιο.

Σημειώματα

Πολυπέταλα λουλούδια
με αποχρώσεις δειλινών.
Kολλούν πάνω στο δέρμα
βρεγμένη φωτιά.
Η φλούδα μου
χτίζεται ξανά.
Σαστίζει η ησυχία,
πάνω στο μέτωπό της
στιγμές από τ’ άπειρα βάθη.
Κι η μέρα αφήνει παντού σημειώματα.
Να επιπλώσω τα δάση με πηγές.
Να γλιστρήσω στη φωλιά.
Ξεγδαρμένη να φανερωθώ
στο παραθύρι.
Έχει σκοτάδι,
τ’ άστρα αδημονούν.

Τελετουργίες

Κατοικείται σε μια απλότητα
η λεπτομέρεια.
Με κάθε μικρή ανάγνωση
του χώρου,
τα ίχνη ζωγραφίζουν όνειρα.
Η λάμψη ξαναχτίζει
το πραγματικό.
Γουργουρίζει απέξω
η απεραντοσύνη,
φροντίζει αλλιώς,
σ’ ένα ξαπόσταμα
η οικειότητα με λευκαίνει
σα φεγγαραχτίδα.
Κι είναι τα λόγια τελετουργία,
εκτείνονται.
Σιωπούν,
σε ανταύγειες μελιού,
ένα δέντρο κι ένα πουλί.

Νυχτέρι

Στη σιγαλιά της νύχτας, στη δροσιά,
στον ήχο του τριζονιού, στα νεφελώματα,
η χώρα μου νιώθει το φως
κι η σάρκα της λιγοθυμάει,
το βλέμμα τρυπά το σκούρο μπλε,
το έλατο ξυπνά και πετάγεται μέχρι επάνω,
κατρακυλά ως το πηγάδι
το σκούρο αξύριστο ενός κουκουναριού,
αχαλίνωτο το ζεστό,
ποτάμι που σμιλεύει τα πόδια μου
κι αυτά ακολουθούν στις σπηλιές τις βαθιές,
δεν λείπουν τα χνάρια, ξεκουράσου,
τα φύλλα τσουγκρίζονται
και φυτρώνουν σαν φρύδια,
ζωηρά αγκαλιάζουν τα δέντρα,
τα μάτια μου ανοίγουν σαν ρόδια της θάλασσας,
γεμίζουν μέσα τους μικρούς
ζουμερούς κόκκινους ήλιους
και μια ουλή του φεγγαριού γεμάτη αλμύρα.
Μπήγονται στον άνεμο ανεμώνες.
Μια ριπή των αστεριών
τρυφερά με ξυπνάει.

Πικρή πλάση

Ταξιδεύει συνεχώς
και στέλνει χαιρετίσματα
σε μια βορινή θάλασσα.
Με όμορφα μαλλιά και μάτια.
Κάθε υγρασία που βάζει το χέρι της
και πιέζει ανάμεσα στα δυο της βλέφαρα
έχει τη μορφή ψοφιμιού.
Σκορπίζουν γύρω της τα πουλιά,
τα κόκαλα κινούνται σα φαντάσματα.
Φοβερή νύχτα, έφραξε το φως
μοιάζει με κόλαση.
Το φεγγάρι μουδιασμένο
εγκαταλείπει το δέρμα του
στο παγωμένο νερό.
Θνητή πλάση, σ’ άλλο βασίλειο
βρίσκονται όλοι στην ακτή,
γελούν και παίζουν
κι απλώνουν τα χέρια τους στον ήλιο
και οι αγέρηδες δεν τσιμπούν σα σκορπιοί
τη ματωμένη Ανατολή.

(Έβρος 15.8.22)