Δέντρα χρυσά,
στα γόνατά τους
ακουμπώ τη γαλήνη.
Τα τρυφερά σώματα
του σκοταδιού ξυπνούν
και προσφέρουν γύρω τους
χώρο.
Γλιστρά σαν καλοκαίρι
η ψωμωμένη ελάτινη μυρωδιά
πάνω απ’ το δέρμα μου.
Μαζεύω με μυστικότητα
κάτι κονκάρδες του φεγγαριού,
τις ακουμπώ στις φλέβες τ΄ ουρανού
κι αυτές κοιτούν χωρίς ντροπή
το σημείο που ενώνει την αρχή με το τέλος.
Σκύβω φιλώ
το στόμα του σύννεφου,
πάνω σε κάθε ανέμισμα
αστράφτουν πιστά πεφταστέρια
κι η λάμψη του ορίζοντα
ενώνει το μωβ με το έναστρο γέλιο.




