Φεγγάρια μνημοσύνης

Κουκούλι ξέσφιγγο ο ουρανός,
ξαναγράφουμε τη νύχτα
μακριά από τυφλές καμπάνες,
μακριά απ΄ ό,τι λιγοστεύει
τη γη των ορισμών,
σμιλεύουν τις άκρες
τ’ απλωμένα ανοίγματα,
πατάμε χωρίς να νομίζουμε,
κοιτάμε κατάματα
μόνο ό,τι με ίριδες εξαργυρώνει
ο άνεμος,
μυρίζει αλμύρα στα βήματά μας
κι η θάλασσα μαθητεύει
στις ανταύγειες του απέραντου,
ο θάνατος έχει τη γεύση φαρμακίλας
για κάθε παιδί πολύχρωμο
που με τις σάπιες βύθισε παλάμες του
ετούτος ο καπνισμένος κόσμoς,
κάθε ήττα ανεμοδείκτης, να σαλεύουμε
κατά κει το ορκισμένο μας χρυσάφι,
ροδοπέταλά του να ξεπλένουνε
τις πλάκες απ’ το αίμα
και να φυτρώνουνε στην κρύα άσφαλτο
φεγγάρια μνημοσύνης.

(Ιταλία, 30-7-22)

Mέσα απ’ το περιτύλιγμα

Ο ήλιος
μέσα απ’ το περιτύλιγμα
ανασταίνει την φωτεινή του όψη,
πέφτει αξύριστος ψίθυρος ορμητικός,
πεινά επάνω στα μαλλιά μου
την ώρα που μπουκώνω ένα πορτοκάλι,
κλείνει η γεύση του η γλυκιά
της γης το ζουμερό το λίκνισμα
και τότε, μέσα σε δέηση, βγαίνουν
μπαλόνια απ’ τον αυχένα μου,
ρίχνουν στη νύχτα που πλησιάζει
κελαηδίσματα ζεστά
και κομμάτια από το έγχρωμο γέλιο τους.

Μέρα αγριόλευκη

Μέρα αγριόλευκη,
αχνίζει στον ήλιο,
έχει τριμμένα μέσα της
βλαστάρια.
Κρυφές στρώσεις
κοιτάζονται κατάματα,
εισπνέουν αγρύπνιες
και κυλούν σ’ ένα στόμα
χωρίς περίγραμμα.
Είναι μέρος
μιας άλλης επιφάνειας
ετούτη η θάλασσα
που περπατούν στις όχθες της
πουλιά.

Σε δέρμα λυρικό

Απόψε, φίλησα στο στόμα τη νυχτιά
και φύτρωσαν στα χείλη μου
των αστεριών αχτίδες.
Αλλάζει στο μάγουλό μου
των δαχτύλων της το τρέμουλο,
τυλίγει γλυκά με το χέρι της
τον ήλιο μου κι είναι
τα μάτια της γαλάζια.
Ατάραχο ετούτο το νερό,
κυλάει μέσα του το φως του φεγγαριού.
Οι Πούλιες τραγουδούν,
πορτοκαλί σαν βάφουνε
τ’ ολόγιομά του μέσα.
Των ανέμων και των θαλασσών
η ψυχή, ένα σμάρι γλυκόφωνα πουλιά.
Λουλουδίζει η σιωπή,
είναι συνταίριασμα χαρά
να φτερουγά ο χρόνος φλέβα φλέβα
κι από κρυστάλλινες πηγές
να πίνει στο λαιμό της.
Απόψε άνοιξα σε δέρμα λυρικό,
γεννήθηκαν στο στέρνο μου
μυριάδες χρυσά άστρα.