
Κουκούλι ξέσφιγγο ο ουρανός,
ξαναγράφουμε τη νύχτα
μακριά από τυφλές καμπάνες,
μακριά απ΄ ό,τι λιγοστεύει
τη γη των ορισμών,
σμιλεύουν τις άκρες
τ’ απλωμένα ανοίγματα,
πατάμε χωρίς να νομίζουμε,
κοιτάμε κατάματα
μόνο ό,τι με ίριδες εξαργυρώνει
ο άνεμος,
μυρίζει αλμύρα στα βήματά μας
κι η θάλασσα μαθητεύει
στις ανταύγειες του απέραντου,
ο θάνατος έχει τη γεύση φαρμακίλας
για κάθε παιδί πολύχρωμο
που με τις σάπιες βύθισε παλάμες του
ετούτος ο καπνισμένος κόσμoς,
κάθε ήττα ανεμοδείκτης, να σαλεύουμε
κατά κει το ορκισμένο μας χρυσάφι,
ροδοπέταλά του να ξεπλένουνε
τις πλάκες απ’ το αίμα
και να φυτρώνουνε στην κρύα άσφαλτο
φεγγάρια μνημοσύνης.
(Ιταλία, 30-7-22)


