Μουριά

Απλώνω τον ήλιο στις σελίδες,
ήχος γραντζούνισμα.
Ξεπεζεύω στη θαλπωρή
του θροΐσματος των φύλλων
μιας μουριάς.
Χάρτες μυστικοί οι νευρώσεις τους.
Με βυσσινάδα και μούσμουλα
στήνονται δειλά
τα χρώματα μιας δύσης.
Πέφτει στο φόρεμα
το άρωμα της θύμησης,
μούρα λευκά, παιδί βυθισμένο στα χώματα,
χαντάκι και μνήμη, φύλλο και γαλήνη.
Μπαίνω πιο μέσα, λιώνει βανίλια παγωτό.
Το λευκό γλιστρά στο σύννεφο.
Κάπου, είμαι σίγουρη,
στρίμωξα τ’ άστρα.

Leave a comment