
Προχωράμε με τα δάχτυλα,
ψηλαφίζουμε ήττες και ουρανόμελο,
κάπου εκεί, ανάμεσα
σε τρυφερότητα και ουρλιαχτά
σηκώνουμε τη δύναμή μας απ’ το πάτωμα,
στην αρχή μυρίζει λίγο μούχλα,
την τινάζουμε,
ανήσυχοι ψάχνουμε πού πήγε
εκείνο το χωράφι
που μικροί ανακαλύπταμε έντομα στον ήλιο,
μετά θυμόμαστε,
σε κάθε υπαινιγμό γκρεμού
υπάρχει μια δύναμη.
Χρωματιστή.
Αυτή που μαζί με τα μάτια αγαπημένων,
ξαναβρίσκει τις φλέβες μιας άνοιξης
και ο ήλιος διαγράφει
χρυσάφι στη θάλασσα.