Απλώνω τον ήλιο στις σελίδες, ήχος γραντζούνισμα. Ξεπεζεύω στη θαλπωρή του θροΐσματος των φύλλων μιας μουριάς. Χάρτες μυστικοί οι νευρώσεις τους. Με βυσσινάδα και μούσμουλα στήνονται δειλά τα χρώματα μιας δύσης. Πέφτει στο φόρεμα το άρωμα της θύμησης, μούρα λευκά, παιδί βυθισμένο στα χώματα, χαντάκι και μνήμη, φύλλο και γαλήνη. Μπαίνω πιο μέσα, λιώνει βανίλια παγωτό. Το λευκό γλιστρά στο σύννεφο. Κάπου, είμαι σίγουρη, στρίμωξα τ’ άστρα.
Αγκαλιάζω το χώρο με μια έλλειψη βαρύτητας. Ίσως αυτή η ησυχία να μου δίνει και μια αίσθηση πως όλα γύρω μου ειναι αλλότρια. Σήμερα ξύπνησα και δεν ήμουν κατανοητή. Μετά πήρα να εξυμνώ πάνω μου όλα μαζί τα χρώματα, σαν ένα πίνακα του φωβισμού που ‘χα στα σπλάχνα. Η ένταση, οι επίμονες λεπτομέρειες, το κρυμμένο φως, από κίτρινο και μπλε και κόκκινο καμωμένη, όλα μια σύνθεση πέρα από τον ορίζοντα. Είμαι συμπαγής ή ανήκω στη φαντασία; . . Painting: Effect of Sun on the Water, London, 1906 – Andre Derain
Γυναίκα βελούδινη. Απλώνεται στους τοίχους η ζεστασιά του χνώτου της. Τρέφεται με του λουλουδιού το σπόρο. Δραπετεύει στους κήπους την ώρα που όλοι πεινούν και το φάγωμα είναι της σαρκός της. Από το δέντρο της γης η ανασαμιά της, περιστρέφεται χιονόλευκη, τα μάτια της γυμνά επιστρέφουν πάντα στη θάλασσα, αγνοεί την ομορφιά τους. Ήρεμη και τεράστια. Μέσα στο χάος. Κι η απαλότητά της δραπετεύει αναρίθμητες φορές από τις κατοικίες δαιμονισμένων θεών. Στην ευγένειά της κρέμονται μυστικά κλειδιά του σύμπαντος. Πέτρα σκληρή, φτερό ευαίσθητο, παλεύει ραμφίζει φθείρεται καταλαγιάζει κι αγρυπνά, υποταγμένη στο μεγαλείο της αγάπης. Γυναίκα βελούδινη. Ατόφια. Χώρος ασυναρμολόγητος, ρευστή, ηλιοφώτιστη, καταδύεται και αφομοιώνει του κακού τον απόηχο, τον βάζει μέσα της ολόκληρο και λαβωμένη τον σπάει σε σύννεφα, τον απλώνει στης φοινικιάς τα άνθη και τον καραμελώνει μ’ ελπίδα στο στόμα, για να βγει απ’ τη στρογγυλάδα της διάφανο γαλάζιο. Σαν τα γέλια των παιδιών. Δίχως τις βελούδινες γυναίκες, ο κόσμος θα ήταν ψυχικά βαρύς. Kι ανάγλυφα ωχρός.
Μου ζήτησες μέρα σιωπή, μα νύχτα πια θέλω να κάνω σαματά. Τόσο χιόνι σε στάση υπομονής δεν το σμιλεύω, ονοματίζω της νύχτας τα στυγερά περάσματα, της μέρας τις κομμένες χίλιες μνήμες, ανάμεσα κάθε φορά ένα μεγάλο ταξίδι.