
Η πόλη κοιμήθηκε.
Το φεγγάρι απόψε
κατέβηκε χαμηλά,
πήρε τη σάρκα του κεριού
κι έπιασε το πρώτο στασίδι.
Κάνει ηχώ η σιωπή του
και κείνες
οι κοκκαλιάρες γιαγιάδες,
με τη συντριβή τους,
στην άδεια εκκλησιά
του ξεχασμένου χωριού.

Η πόλη κοιμήθηκε.
Το φεγγάρι απόψε
κατέβηκε χαμηλά,
πήρε τη σάρκα του κεριού
κι έπιασε το πρώτο στασίδι.
Κάνει ηχώ η σιωπή του
και κείνες
οι κοκκαλιάρες γιαγιάδες,
με τη συντριβή τους,
στην άδεια εκκλησιά
του ξεχασμένου χωριού.

Μια μυρωδιά ξύλου, μούχλας,
τριαντάφυλλων και λεβάντας
έρχεται με σαφήνεια
και κάθεται στα γόνατά μου.
Τα παράθυρα στάζουν
ακόμη το γκρίζο απ’ τα σύννεφα.
Ν’ αρχίζαμε να μιλάμε,
όλες οι γλώσσες
ίσως μας έφερναν θλίψη.
Οι δεσμοί στους καιρούς
γίνονται όταν αρχίζουμε
να σπάμε τα πράγματα.
Κουδουνιστά από μακριά
ακούγονται τα πολύχρωμα άνθη.

Νύχτωσε.
Ακουμπώ τη γη δειλά απόψε,
είναι ματωμένη.
Τόσος θάνατος
για ζωή,
μόνο ανθισμένη της πρέπει
να μοσχοβολά η Αγάπη.
Η ευωδιά της αφήνω
να με ξεπλύνει,
τ’ άνυδρα και τα φαρμάκια
λογοδοτούν γονατιστά μπροστά της,
σ’ αυτήν που με ξαναγεννά.
Ό,τι ονοματίζω
στην ψυχή που ξυπνάει
να είναι φως
και τρυφερά ν’ αγγίζει
τα σημάδια σου.

Ακουμπώ το μέτωπό μου,
σε πλαίσιο μαλακό,
οι λιτανείες χορταριάζουν
τριγύρω των αγγέλων τα στόματα,
ένα σφίξιμο κάνει η νύχτα στο χρυσάφι
και φτωχοπρόσωπη,
χωρίς λάμψη,
εμφανίζεται η σελήνη.
Το αίμα τραβάει
σ’ αυτό το ξυπόλητο μαγνήτισμα,
κάθε φλόγα από γυμνή κερήθρα
που ΄σταξε στο δέρμα
ακονίζει το σαγόνι της
στην κρούστα του μελιού.
Βιολέτες δίχως ελεημοσύνη
ρίχνονται στους ίσκιους,
μυρίζω το σπάθισμα,
μα σιγανό φως
αρθρώνεται στις πληγές.

Τις νύχτες έσκαβαν
μ’ ένα κουταλάκι του γλυκού
θόλους ονείρων
και τα μάτια γέμιζαν
ανεμώνες
σε κάθε τσιγγάνικο τραγούδι.