
Αρχινάνε ν’ αδειάζουν στα χείλη
μικρές σταγόνες ρολογιού,
ανοίγουν κλειδαριές
απ’ ανάστροφες χώρες,
φυτρώνουν πλαγιασμένα ρόδα
στην αλλαγή θέσης μιας διαχυτικότητας
που, άλλοτε κινδυνεύει
άσεμνη στα βράχια
κι άλλοτε με αμηχανία
πασπαλίζει το περίβλημα,
λίγο να κάνει πως σπάζει
βγαίνουν απ’ τ’ άντερά της
γέλια και κεραυνοί.
Ανηφορίζουν ασυναρτησίες στο στερέωμα,
κάθε ήχος κλεισμένου στόματος
ισοδυναμεί με ανέμελο κάψιμο.
Ηθικός αυτουργός
το μέτωπο των αγγέλων,
εκεί που μούγκριζαν οι διάττοντες
όταν μουσκεύαν
με το στήθος στα νερά.