
Σκίσε τη γλώσσα μου,
να ξεχυθούν μέσα απ’ τις φλέβες
τα λουφαγμένα σχήματα,
ν’ αρχίσουν τα χρώματα
να τρέχουν, ν’ ανακατευτεί
μπλε με κόκκινο
και πράσινο με πορτοκαλί,
οι φρουτένιες γεύσεις άπληστα
με της μαύρης γης τα εκλεκτά διαμάντια,
τριαντάφυλλα να ξάσουν το κουρασμένο δείλι,
να προσεγγίζουμε παράξενες όψεις
και μπλεγμένους θυμούς,
να λαθεύω σε κάθε νέα γνωριμιά μου
και ωραιότατοι να μένουμε γυμνοί.
Στην αφθονία των ήχων
στοχάζομαι τις μετατοπίσεις μας,
οι αστερισμοί καλοφτιάχνονται
απ’ την αρχή
και στου γέλιου μας το πέταγμα
ο χώρος γύρω μεγαλώνει.
Σκιρτούν και δονούνται τα πέρατα,
μια γλύκα κοιτάζει
του δρεπανιού το απόσταγμα
και το χοροπηδητό σου,
μικρό παιδί,
φέγγει τους ίσκιους
με στολίδια απ’ την καρδιά
της τρυφεράδας.



