
Σύρε με
έξω απ’ την αμηχανία,
στους κήπους
με τις τρελές συνθέσεις.

Σύρε με
έξω απ’ την αμηχανία,
στους κήπους
με τις τρελές συνθέσεις.

Μες στα ρουθούνια
του φεγγαριού
κοιμάται ένα δάσος,
ανάμεσα στα φύλλα
κυλούν σπασμένες λεπίδες
και μαγνητίζεται
των άστρων η τροχιά
στα υγρά χορτάρια.
Γύρω τριγύρω στα κλαδιά
μικρά πουλιά σαλεύουν,
δένουν κόκκινα και μπλε
και κίτρινα κουρνιάσματα
στο δέρμα απ’ τα φυλλώματα,
πράσινοι ψίθυροι
βλογούν τις πεταλούδες
και τα λουλούδια χαίρονται
το γάλα και το μέλι
να πίνουν με τις χούφτες
απ’ το γυαλένιο στήθος
και τους ίσκιους της σελήνης.
Σ’ αυτό το δάσος άγγελοι
κερνούσαν πορτοκάλια
και μελισσιάζανε των κόσμων
οι φρεσκόβγαλτες ανάσες.

Κι όσο γυμνώνεται
το περίβλημα
τόσο λύνονται
τα σιδερένια σκοινιά.

Μεσημεριάζει
κι η γλώσσα
αφήνει πίσω κυδώνια και ρόδια,
ξεδιπλώνει καλούδια ανάλαφρα,
από τις χώρες του ήλιου.