
Ο ουρανός πελαγωμένος
ξεπλένει φθόγγους
σε μιαν άνοιξη ακόμα κοιμισμένη,
πέρα από τις πύλες
υπάρχουνε τα ξεχασμένα χρώματα,
μη κοιτάς κάτωθέ μου, ήχοι
δεν κρέμονται πια απ’ τα φουστάνια,
σαν ψίθυροι γεννιούνται, νότες
που θα στάζουν από κοχύλια
στη γλώσσα της θάλασσας,
απ’ τις συντριβές μαζεύονται
οι χυμοί των γκρεμανέμων,
μπαίνουν σε ζύμωμα αφράτο
που ανοίγουν το πρόσωπο του φεγγαριού
τα χέρια που θυμιατίζουν
μελανιές και περιθώρια,
λίγο τα σύννεφα ν’ ανιχνεύσουν
τ’ αργυρά πουλιά
και τις φλύαρες σταγόνες,
η φωνή του χειμώνα
θα βραχνιάσει.



