Βραχνάδα

Ο ουρανός πελαγωμένος
ξεπλένει φθόγγους
σε μιαν άνοιξη ακόμα κοιμισμένη,
πέρα από τις πύλες
υπάρχουνε τα ξεχασμένα χρώματα,
μη κοιτάς κάτωθέ μου, ήχοι
δεν κρέμονται πια απ’ τα φουστάνια,
σαν ψίθυροι γεννιούνται, νότες
που θα στάζουν από κοχύλια
στη γλώσσα της θάλασσας,
απ’ τις συντριβές μαζεύονται
οι χυμοί των γκρεμανέμων,
μπαίνουν σε ζύμωμα αφράτο
που ανοίγουν το πρόσωπο του φεγγαριού
τα χέρια που θυμιατίζουν
μελανιές και περιθώρια,
λίγο τα σύννεφα ν’ ανιχνεύσουν
τ’ αργυρά πουλιά
και τις φλύαρες σταγόνες,
η φωνή του χειμώνα
θα βραχνιάσει.

Βυθίσματα

Καρφώνονται άστρα
από τα μάτια μας
στην άμμο,
ναυάγια πρόθυμα
σε χρώμα αποχείμωνο
και τα κουκούτσια της γεύσης μας
βγάζουν ακόμη φως,
κρύσταλλοι που ξεπροβάλλουν
μέσα σε σκούρο σμαραγδί νερό.
Περνούν από μπροστά τους
τα σμήνη των ονείρων,
όλο το βύθισμα εκεί
που βασιλεύει το άψαχτο
ταπεινά κι αιώνια
γίνεται κεντιά της θάλασσας,
να μερεύει με τ’ αλλόκοτα
των μανιταριών
τ’ αγριεμένα της.

Πάλη


Όταν η μέρα είναι ήσυχη,
όλα έχουν κυλήσει
σ’ ένα απόκοσμο αυλάκι,
μαζί με τα στόματά μας,
ήλιους, φεγγάρια,
κεντριά, αψάδα και ομορφιά
και βάνουν τα λούσα τους,
γεμίζουν γλύκα και ρόδα
και ανθισμένες προσφορές
για ν’ αρχίσουν να παραβγαίνουν
σε αξόφλητες ξεσπαθιές,
γαλάζιους συννεφοπόλεμους
και αζύγιαστο γύμνωμα.

Αποσαφήνιση

Γυμνή από μάσκες,
αισθανόταν
τη γλώσσα της
να έχει ανοίξει χέρια.
Ό,τι μέσα τους
ζωντάνευε,
ακούμπαγε στην πλάτη του
ένα άρωμα ποίησης.
Πώς αλλιώς
ν’ αποσαφήνιζε
μέσα σε χάρτινο πόλεμο
τόσες παράξενες
εύθραυστες δυνάμεις.

Μαρμαρυγή

Τα ξωτικά
χτενίζουν τα μαλλιά τους
και τα καπέλα τους
στολίζουν τις λεπτομέρειες
μιας αμφίβολης οργάνωσης
και αντίληψης του χρόνου
σε κάτι βιβλικό.
Χαρούμενη μαρμαρυγή φωτός
καθορίζει
τα χαρακτικά μου.