Πουά

Σε μια βρύση
που κυλάει διάφανο υγρό
ξετυλίγω χρωματικούς επιδέσμους,
δε νογάει το σώμα,
άλαλη πάνω του
ξανακολλάει η κάθε πιτσιλιά,
πουά από ουράνιο τόξο
κάθε άλογη σύνδεση
με τη δέηση στην πηγή
των στίχων που γέννησα,
ποδήλατα με καλαθάκια και λουλούδια
και σκισμένα γόνατα γυρίζουνε πλευρό
και συνεχίζουν να χαζεύουν
τα πανύψηλα δέντρα,
κοιμήσου ανάλαφρα
μου ψιθυρίζει ένα παραμύθι
και για πολύ καιρό υπογράμμιζα
σε κάθε του χαρταετό
τις ανοιχτόχρωμές του έννοιες.

Ξεκλείδωμα


Διασχίζω
τη νύχτα με δέντρα σκιές.
Αυτό το φεγγάρι
δεν πέτρωσε τα μάτια.
Ξεκλειδώνω τους φόβους
αγκυλωμένους να τεντωθούν
και τρίβονται
ξαναμμένοι πάνω μου.
Λύνω τα χέρια
να τους αγκαλιάσω,
αποσύρεται ζοφερό
το πρόσωπο των λογισμών.
Κομήτες με κουρκουλάνε
στο γέλιο μου,
πλανόδιο το φέγγος
γαντζώνεται στη γάμπα,
στάζω άστρα μέχρι το ξημέρωμα.

Καμώματα

Μια καταιγίδα γρήγορη
τεντώνει τις χορδές σε χίλια μπράτσα,
στρώνω πάνω στα χείλη μου
σταγόνες και κυλάω.
Αποκοιμήθηκα μες σε καμώματα
του ζωοδότη ήλιου,
έφεγγε το χορό μου
και με γαργάλαγε να πιει νερό,
μέσα σε ρόδινη ρωγμή
του νησιού
έμπηξε μαχαίρι με κανέλα,
πάφλαζαν τ’ ανοιχτόχρωμα
μέσα απ’ τις καλαμιές,
αγγίζανε ολομέταξες
τις χρυσαφένιες κορδελίτσες.

Τρόμαγμα

Μαζεύονται
πάνω της,
δένουν με το στόμα τους
αστέρια στο λαιμό της,
εκείνη ξεσφίγγει το στήθος,
αφήνει τις παλάμες χαλαρές,
να μη παραμονεύει το πυκνό
και το διάφανο,
ενώ τα μάτια της
μιλούν στ’ αλλόκοτο,
γαλάζια τα πουλιά
τρομάζουν τους ίσκιους της.

Ανάσα

Βαθιά
και σιωπηλή,
πέτρινη και στρογγυλή
σα στόμα,
φωνή μικρού παιδιού
και γλυκό ξεσυνέριο,
σκεπάρνη,
βομβαρδισμός,
αχυρένια
και κρεμάμενη απ’ τον ήλιο,
γαλάζια,
μαύρη,
απαλλαγμένη,
μαλακό ζελέ,
αμερίμνηστη και αδηφάγα,
άβολη,
οικεία,
τρυφερένια όσο δεν αντέχεται,
να χάνει τις αναλογίες,
ν’ ανεβαίνει
ίσαμε τον ουρανό
και ν’ αχνίζει το φεγγάρι.
Κάθε ανάσα
ακροβάτης
μπαίνει από σχισμές
κι ανηφορίζει,
μέχρι μεγάλο πουλί
να την καταπιεί
και να τη φτύσει
πάλι στο πέλαγος.