Γλιστρά το λαμπύρισμα ανάμεσα στα δέντρα. Πύρινη πείνα γλείφει στη γη τα θρύμματα ενός τίποτα. Ενός κόσμου που στη μνήμη υπήρξε. Στο βάθος αστράφτει λευκό, αγγίζει η γλώσσα του κινδύνου το λαρύγγι μας, καταπονημένη φρίκη βράχνιασαν οι κραυγές της. Αλώβητο μαύρο ξηλώνει τα λουλούδια, υγρό χώμα που αχνίζει θάνατο. Ξαγορά πολέμου επιτύμβιο παιδικό παιχνίδι. Οι σκιές μας στις τέφρες.
Στέκεται γελώντας, τρέμοντας, κοκκινίζοντας, τινάζει τα βλέφαρα απ’ τα φερσίματα του ανέμου που τη σημαδεύει πάντα στα μαλακά της, άλικη κι ανήσυχη, κύμα κι ουρλιαχτό, από κάποια μπλαβιασμένη θάλασσα πετάγεται στον αέρα σ’ ένα σούρουπο που διεκδικούσε τα όρια, ολοζώντανη σα γλώσσα, λευκόφορη στο μαύρο, φιλώντας μελάγχολα νερά που παιχνιδίζουν με ίσκιους. Ευμετάβλητη κυλά μέσα τους, διεκδικώντας το φως.
Σε κάθε γύρισμα σβήνομαι, σβήνομαι, γουρλώνω τα μάτια με κάτι που δεν υποψιαζόμουν, όπως νιφάδες που πέφτουν απροειδοποίητα, θαυμάζω την κάθε έκσταση, μέσα μου σφυροκοπούν οι ήχοι, μια παραφροσύνη κάνει μαιάνδρους και γω αναπόφευκτα αγγίζω τα χείλη και στάζουν ασπρόμαυρα πλήκτρα, η προσιτότητα της χώρας μου κλειδώνει, σαν τη γεύση μιας ρέγγας που λιώνει στο στόμα.
Δυνάμεις ανεξιχνίαστες με μεγαλόπρεπα σπασίματα αντηχούν με έκφραση σιδερένια, βαθύτερα χώνω το χέρι στον ουρανό ενοχλημένη, όλα τα σπλάχνα του μεταξωτά με κίτρινες ανταύγειες, ανάμεσά τους βράχια και φλόγες και τρέλα ολόγυμνου θεριού, φυσούν πάνω στο χέρι μου ψύχος ανάσας λαβωμένης, ακοντισμένα χειμωνιάτικα υπόλευκα χείλη, μυρίζουν αόρατο γδάρσιμο μα και λίγη από κείνη την μαλακωμένη εισπνοή, που ακολουθεί το βλέμμα όταν καταβρέχεται σε μάτια αγαπημένα, τρίζει στα σύννεφα η πανσέληνος, ξεμυτίζει στο περβάζι της φωτιάς η μελωδία, λόγια βυσσινιά περνούν από το φως και το σκοτάδι, το φόρεμα που φόραγα γίνηκε κλαδάκι ανθισμένο μα η ομίχλη πάλι αμείλικτη στων νεράιδων τα φτερά, το ‘νιωσα μες στο εύθραυστο, σα να με χάιδεψε στα μαλλιά χέρι αγριεμένο και φουριόζο, μα σιγά σιγά απάλυνε την ένταση και ‘γινε χάδι αχτινοβόλο, όπως αγγίζει απόψε το φεγγάρι τη λυπημένη κρύα θάλασσα.
Γδύνω απ’ το δέρμα μου ζεματισμένα νερά, χώνω τα δάχτυλα σε κρυμμένες εσοχές, ό,τι στέγνωνε τα φύλλα κι ερήμωνε τα δάση το ξεκουρνιάζω, γυρεύει χώρο η αποστασία για να μπερδευτεί η σπαρμένη άνοιξη, να σκαφτεί απάνω στη φωτιά η καταιγίδα. Χρώμα βαθύ η επόμενη βαθμίδα.