Κενό γεμάτο

Ένα ζελέ διαυγές
γεμίζει τον κενό χώρο,
όλα φασκιώνονται με δαύτο,
σα να μπαίνουν σε ποτήρι,
αυτά τα κεριά που από κάτω
μπορεί να ‘χουν κοχυλάκια,
αστερίες και χρώματα βυθού
και το τρεμουλιαστό πανωφόρι τους
τα μετατρέπει σε κεριά στη διάθεση των ανθρώπων,
να λιώσουν τα πάντα μ’ ένα τσακ.
Οι φτερούγες γνέφουν,
ανοιγοκλείνουν με μυστήριο τρόπο
μες στην παχύρρευστη ύλη,
κομψή χύνεται η μνήμη
σ’ επιφάνειες από φίλντισι,
αυτή η τρυφερότητα
που θα ‘λεγες πως είναι ατροφική,
απλώνεται βαθιά μέσα στο διάφανο
και μετά από λίγο, όλα τα πράγματα,
διαμπερώς,
μπαίνουν και βγαίνουν από μέσα μου.

Λαβύρινθος

Τίποτ’ άλλο.
Σα λιόσπορος
μέσα στο χέρι μου
μπαίνει σαν κάτι φυσικό.
Πέρα απ’ ό,τι θα περίμενα
η ικανότητά του.
Αξιολάτρευτο
διαλύεται σαν τη ζάχαρη στο νερό,
μεταμορφώνει τα σκυμμένα,
αστερώνει απ’ άκρη σ΄ άκρη
τον κύκλο.
Καταπίνω μεγάλες γουλιές,
ό,τι άφωνο να ξαναπεράσει
απ΄ το λαβύρινθο
αλλιώς.

Αυτή η ησυχία

Αυτή η ησυχία
μες στη λιακάδα.
Μπαινοβγαίνει απ’ τα
πλατιά παραθύρια,
κρεμιέται ως κάτω στα δέντρα,
ξαναγυρίζει και κοντεύει
να σκίσει τις κουρτίνες.
Το πάτωμα έχει γεμίσει
τα βαθουλώματά της.
Κορδέλες τ’ ουρανού
απλώνουνε παλάμες
ως τις ρίζες της,
της ζουλάνε την κοιλιά
κι εκείνη γεμάτη
κοντεύει να σκάσει,
σαν ένα μεγάλο τσιτωμένο μπαλόνι
που το πιέζεις με μανία
και μισόκλειστα μάτια,
για να σε τρομάξει το μπαμ,
να μυρίσει στον ύπνο
το κόκκινο σκοτάδι,
γεμίζεις τον αέρα με τριξίματα,
μετά διαβάζεις μέσα σου σελίδες,
πάνω στο τραπέζι
λουλούδια και ψίχουλα από πίτα,
κάθεσαι λίγο δίπλα τους,
απαγκιάζει στο αχνόγελο
τρελών πουλιών,
το πρόσωπο ανεβαίνει
και ξετυλίγεται απαλά,
η παγωμένη βλάστηση
ανοίγει με τα χέρια τις χαρακιές,
ο γλάρος, σα ν’ άπλωσε
φυστίκι παγωτό με τις φτερούγες του,
θαλασσεύει κι άλλο τα χρώματα
και διάφανο το νερό στον ήλιο
ενθαρρύνει την αντηλιά.
Αυτή η ησυχία,
τόσο άγρυπνη στο φως.

Ξαναπλάθω το χάος

Κι αν βρέχει,
ερεθιζόμαστε
με τα χαμόγελα,
μα αυτή η συρτή ομιλία
του ήλιου,
σφίγγει μέσα της
με επιμονή το ατλάζι.
Ανελέητες χτυπιές
ξαναγίνονται ησυχία,
στην άκρια της θάλασσας
τα κλωνιά αναμένουν
με ανοιχτά ρουθούνια
και τα φυλλώματα
κεντρίζουν τον καρποφόρο χρόνο
δροσερεύοντας.
Ξαναπλάθω το χάος
με χέρια γήινα,
όπως ζεστού ψωμιού
το μέλωμα.

Ώρα βοής

Είν’ η ώρα της μέρας,
κατεβαίνουν οι θεοί
μεταμφιεσμένοι σε λεπτομέρειες,
το φως συστήνει αλλιώς
το γυμνωμένο χρυσάφι,
τη γεύση του τσαγιού
δεν την πέτυχα,
οι σπόροι γλιστρούν στις ρωγμές,
ανακαλώ το χρώμα της αυγής στο λαιμό
που σκίζει μελωμένο το χειμώνα.
Δε φεύγει με νερό το κύμα,
ραμφίζει την τελειότητα
και τα καλοβαλμένα
τρομοκρατούνται δίχως καταφύγιο.
Κάτω από κίτρινα μάτια
ανοίγει το κουτί,
τριανταφυλλί δέρμα
φτερώνει στου αγριμιού
το βαθύ τρίχωμα.
Η βοή της θαλασσας
παντού.