Ένα ζελέ διαυγές
γεμίζει τον κενό χώρο,
όλα φασκιώνονται με δαύτο,
σα να μπαίνουν σε ποτήρι,
αυτά τα κεριά που από κάτω
μπορεί να ‘χουν κοχυλάκια,
αστερίες και χρώματα βυθού
και το τρεμουλιαστό πανωφόρι τους
τα μετατρέπει σε κεριά στη διάθεση των ανθρώπων,
να λιώσουν τα πάντα μ’ ένα τσακ.
Οι φτερούγες γνέφουν,
ανοιγοκλείνουν με μυστήριο τρόπο
μες στην παχύρρευστη ύλη,
κομψή χύνεται η μνήμη
σ’ επιφάνειες από φίλντισι,
αυτή η τρυφερότητα
που θα ‘λεγες πως είναι ατροφική,
απλώνεται βαθιά μέσα στο διάφανο
και μετά από λίγο, όλα τα πράγματα,
διαμπερώς,
μπαίνουν και βγαίνουν από μέσα μου.




