Άνοιξη

Μα κοίταξέ την μια στιγμή,
έξω απ’ το παράθυρό σου διαδραματίζεται,
κιτρινολούλουδη,
τρυφερή, άγουρη ακόμη,
με ντελικάτα κρινοδάχτυλα,
τεντώνει τους βλαστούς
να βρουν το δρόμο τους,
γυρεύοντας να σιγογελάσει,
αφηρημένη,
πάνω στο μπέρδεμα απ’ τα σύννεφα,
στα μαλλιά της ανακατεύονται
βόμβοι με αρώματα
και τα λούζει ένα φως.
Άνοιξη ελαφριά, γλυκιά στην όψη.
γεμάτη κλωνιά και γάλα στα στήθη.
Απ’ το ίδιο υλικό της
τρέφονται οι δαντέλες μας.
Απ’ των χελιδονιών το λέρωμα
και την πρασινάδα της σελήνης
ανατέλλουν οι άγριες τριανταφυλλιές μας.
Στο στοχασμό σου, όταν περπατάς,
να κοντοστέκεσαι,
κι ας μη κατέχεις τη γλώσσα,
πιπερίζουν παράξενα στα εμπύρετα
τα ορθωμένα άνθη.

Leave a comment