
Αυτή η ησυχία
μες στη λιακάδα.
Μπαινοβγαίνει απ’ τα
πλατιά παραθύρια,
κρεμιέται ως κάτω στα δέντρα,
ξαναγυρίζει και κοντεύει
να σκίσει τις κουρτίνες.
Το πάτωμα έχει γεμίσει
τα βαθουλώματά της.
Κορδέλες τ’ ουρανού
απλώνουνε παλάμες
ως τις ρίζες της,
της ζουλάνε την κοιλιά
κι εκείνη γεμάτη
κοντεύει να σκάσει,
σαν ένα μεγάλο τσιτωμένο μπαλόνι
που το πιέζεις με μανία
και μισόκλειστα μάτια,
για να σε τρομάξει το μπαμ,
να μυρίσει στον ύπνο
το κόκκινο σκοτάδι,
γεμίζεις τον αέρα με τριξίματα,
μετά διαβάζεις μέσα σου σελίδες,
πάνω στο τραπέζι
λουλούδια και ψίχουλα από πίτα,
κάθεσαι λίγο δίπλα τους,
απαγκιάζει στο αχνόγελο
τρελών πουλιών,
το πρόσωπο ανεβαίνει
και ξετυλίγεται απαλά,
η παγωμένη βλάστηση
ανοίγει με τα χέρια τις χαρακιές,
ο γλάρος, σα ν’ άπλωσε
φυστίκι παγωτό με τις φτερούγες του,
θαλασσεύει κι άλλο τα χρώματα
και διάφανο το νερό στον ήλιο
ενθαρρύνει την αντηλιά.
Αυτή η ησυχία,
τόσο άγρυπνη στο φως.