
Κι αν βρέχει,
ερεθιζόμαστε
με τα χαμόγελα,
μα αυτή η συρτή ομιλία
του ήλιου,
σφίγγει μέσα της
με επιμονή το ατλάζι.
Ανελέητες χτυπιές
ξαναγίνονται ησυχία,
στην άκρια της θάλασσας
τα κλωνιά αναμένουν
με ανοιχτά ρουθούνια
και τα φυλλώματα
κεντρίζουν τον καρποφόρο χρόνο
δροσερεύοντας.
Ξαναπλάθω το χάος
με χέρια γήινα,
όπως ζεστού ψωμιού
το μέλωμα.