Ώρα βοής

Είν’ η ώρα της μέρας,
κατεβαίνουν οι θεοί
μεταμφιεσμένοι σε λεπτομέρειες,
το φως συστήνει αλλιώς
το γυμνωμένο χρυσάφι,
τη γεύση του τσαγιού
δεν την πέτυχα,
οι σπόροι γλιστρούν στις ρωγμές,
ανακαλώ το χρώμα της αυγής στο λαιμό
που σκίζει μελωμένο το χειμώνα.
Δε φεύγει με νερό το κύμα,
ραμφίζει την τελειότητα
και τα καλοβαλμένα
τρομοκρατούνται δίχως καταφύγιο.
Κάτω από κίτρινα μάτια
ανοίγει το κουτί,
τριανταφυλλί δέρμα
φτερώνει στου αγριμιού
το βαθύ τρίχωμα.
Η βοή της θαλασσας
παντού.

Leave a comment