
Στέκεται γελώντας,
τρέμοντας,
κοκκινίζοντας,
τινάζει τα βλέφαρα
απ’ τα φερσίματα του ανέμου
που τη σημαδεύει πάντα
στα μαλακά της,
άλικη κι ανήσυχη,
κύμα κι ουρλιαχτό,
από κάποια μπλαβιασμένη θάλασσα
πετάγεται στον αέρα
σ’ ένα σούρουπο
που διεκδικούσε τα όρια,
ολοζώντανη σα γλώσσα,
λευκόφορη στο μαύρο,
φιλώντας μελάγχολα νερά
που παιχνιδίζουν με ίσκιους.
Ευμετάβλητη κυλά μέσα τους,
διεκδικώντας το φως.