
Σε κάθε γύρισμα
σβήνομαι,
σβήνομαι,
γουρλώνω τα μάτια
με κάτι που δεν υποψιαζόμουν,
όπως νιφάδες που πέφτουν απροειδοποίητα,
θαυμάζω την κάθε έκσταση,
μέσα μου σφυροκοπούν
οι ήχοι,
μια παραφροσύνη κάνει μαιάνδρους
και γω αναπόφευκτα αγγίζω τα χείλη
και στάζουν ασπρόμαυρα πλήκτρα,
η προσιτότητα της χώρας μου
κλειδώνει,
σαν τη γεύση μιας ρέγγας
που λιώνει στο στόμα.