
Δυνάμεις ανεξιχνίαστες
με μεγαλόπρεπα σπασίματα
αντηχούν με έκφραση σιδερένια,
βαθύτερα χώνω το χέρι στον ουρανό
ενοχλημένη,
όλα τα σπλάχνα του μεταξωτά
με κίτρινες ανταύγειες,
ανάμεσά τους βράχια και φλόγες
και τρέλα ολόγυμνου θεριού,
φυσούν πάνω στο χέρι μου
ψύχος ανάσας λαβωμένης,
ακοντισμένα χειμωνιάτικα
υπόλευκα χείλη,
μυρίζουν αόρατο γδάρσιμο
μα και λίγη από κείνη την μαλακωμένη εισπνοή,
που ακολουθεί το βλέμμα
όταν καταβρέχεται σε μάτια αγαπημένα,
τρίζει στα σύννεφα η πανσέληνος,
ξεμυτίζει στο περβάζι της φωτιάς η μελωδία,
λόγια βυσσινιά περνούν
από το φως και το σκοτάδι,
το φόρεμα που φόραγα
γίνηκε κλαδάκι ανθισμένο
μα η ομίχλη πάλι αμείλικτη
στων νεράιδων τα φτερά,
το ‘νιωσα μες στο εύθραυστο,
σα να με χάιδεψε στα μαλλιά
χέρι αγριεμένο και φουριόζο,
μα σιγά σιγά απάλυνε την ένταση
και ‘γινε χάδι αχτινοβόλο,
όπως αγγίζει απόψε το φεγγάρι
τη λυπημένη κρύα θάλασσα.