
Σε μια βρύση
που κυλάει διάφανο υγρό
ξετυλίγω χρωματικούς επιδέσμους,
δε νογάει το σώμα,
άλαλη πάνω του
ξανακολλάει η κάθε πιτσιλιά,
πουά από ουράνιο τόξο
κάθε άλογη σύνδεση
με τη δέηση στην πηγή
των στίχων που γέννησα,
ποδήλατα με καλαθάκια και λουλούδια
και σκισμένα γόνατα γυρίζουνε πλευρό
και συνεχίζουν να χαζεύουν
τα πανύψηλα δέντρα,
κοιμήσου ανάλαφρα
μου ψιθυρίζει ένα παραμύθι
και για πολύ καιρό υπογράμμιζα
σε κάθε του χαρταετό
τις ανοιχτόχρωμές του έννοιες.