Γδύνω
απ’ το δέρμα μου
ζεματισμένα νερά,
χώνω τα δάχτυλα
σε κρυμμένες εσοχές,
ό,τι στέγνωνε τα φύλλα
κι ερήμωνε τα δάση
το ξεκουρνιάζω,
γυρεύει χώρο η αποστασία
για να μπερδευτεί η σπαρμένη άνοιξη,
να σκαφτεί απάνω στη φωτιά
η καταιγίδα.
Χρώμα βαθύ
η επόμενη βαθμίδα.
