Καμώματα

Μια καταιγίδα γρήγορη
τεντώνει τις χορδές σε χίλια μπράτσα,
στρώνω πάνω στα χείλη μου
σταγόνες και κυλάω.
Αποκοιμήθηκα μες σε καμώματα
του ζωοδότη ήλιου,
έφεγγε το χορό μου
και με γαργάλαγε να πιει νερό,
μέσα σε ρόδινη ρωγμή
του νησιού
έμπηξε μαχαίρι με κανέλα,
πάφλαζαν τ’ ανοιχτόχρωμα
μέσα απ’ τις καλαμιές,
αγγίζανε ολομέταξες
τις χρυσαφένιες κορδελίτσες.

Leave a comment