Κυανό

Οπότε σπάνε οι φλέβες
και στάζουν σε κατάγυμνα σπλάχνα,
χέρια μελανόπτερα, με κινήσεις μηχανής,
παίρνουν όλο το σπέρμα της λύπης
και το μπήγουν στα χρωματιστά πουλιά,
κανένας ποτέ δεν αναρωτιέται
πως παίρνουν το κυανό τους χρώμα.
Παρατείνονται τότε στους ανθισμένους χαρταετούς
τ’ ανάγλυφα της θύελλας.

Ίχνη

Κάθε ξεχείλισμα
αφήνει αποτύπωμα
που σταχτώνει τη γη,
ένα χθεσινό αέναο
με δύναμη ανάπτυξης
σπιθηροβολά και χύνει
λιωμένο μολύβι,
ζουλιέται σαν πηλός
του χρόνου το σήμαντρο,
γλυκογελούν
τ’ ασύμμετρα
μυστηριώδη άνθη.

Ακάθαρτοι

Ξεκουφαμένοι
απ’ τις ηχηρές δηλώσεις
των γκρίζων κοστουμιών,
πλησιάζουμε ξυπόλυτοι
να συναντήσουμε
μάτια ανθρώπων χωρίς στέγη,
μα τόσο βρώμικη
η άστεγη ψυχή μας
βρέχει κι άλλο
απ’ τις ασάλευτες θέσεις
την ταπετσαρισμένη αδιαφορία.
Φωτίζεται ανατριχιαστικά
μέσα στο βλέμμα εκείνων
η γυαλάδα μιας καθαρότητας
διαφορετικής
απ’ τις χρυσές ράβδους
των πολιτισμένων αλυσίδων.

Αιωρήματα

Απόψε
βούτηξα τη μύτη μου
να μυρίσω τη σελήνη
κι έγινε μια στάλα ασπρούλα,
κόλλησε πάνω της
άχνη φεγγαρόσκονη.
Κοιτώ, ως συνήθως,
τ’ άστρα με χαρά παιδική
και σκέφτομαι διάφορα,
όπως, να, αν φταρνιζόμουν
θα γέμιζαν πασπάλια
όλες οι κρυφές γωνιές τους
και θα στραφτάλιζε από παντού
φάντασμα το φεγγάρι.
Ή πως αν αρχίσω να βουλιάζω
τη μούρη μου στη νύχτα,
θα μπήγονται μέσα της λουλούδια
με την ευθραυστότητα
και τη σάρκα των αυγών,
σκέψου να ‘σκαγαν
πόσα ξεχτένιστα φεγγάρια
θ’ αναβόσβηναν στο δέρμα της.
Γονατίζω, μα πριν αγγίξω
τ’ αραχνοΰφαντα πυκνώνουν σε ομίχλη,
με σκέπασε με τις γκρίζες πέτρες της
βραχόσχημη συννεφιά.
Μονάχα αυτή η μπάλα,
που περνά συνέχεια
πάνω απ’ το κεφάλι μου
κι έχει το κόκκινο της παπαρούνας χρώμα,
με μπερδεύει με τα τακούνια της
καταμεσής, τι να την κάνω.
Υφαίνονται τα χνάρια της
σε δύσβατους ανέμους;

Άναρχοι σχηματισμοί

Για καμιά
ώρα ακόμη.
Τόσο θα κρατήσουν
τα φτερουγίσματα του ήλιου
στα μάγουλα.
Άσε ό,τι κάνεις και βγες,
μη βαστάς ούτε τα λόγια μου.
Κάθε κλαδί απ’ το ηλιόδεντρο
είναι γεμάτο ζουμερή αθανασία
και μυρίζει άνοιξη,
ανοιγοκλείνω τα μάτια,
τρυπώνουν απ’ το φέγγος
μονοσύλλαβα γελάκια
στα τρυπημένα τείχη,
ανθίζουν λαχταριστές μηλιές
ανάμεσα στων μεταξόμαλλων
τους άναρχους σχηματισμούς
και κάθε κίνηση
τυλίγεται με ζεστές ανταύγειες.
Έλα, βγες. Αφαίρεσε τα σακίδια
και άσε να θησαυρίσει η ψυχή σου
τρυφεράδα, μέλι κι αγκαλιά.