
Τεντώνονταν οι ήχοι,
χτυπούσαν πόρτες,
αλλά μέσα το σπίτι αδειανό,
λίγες σκιές μονάχα
γλιστρήσαν το ξημέρωμα
να χαιρετίσουν τη γλώσσα που βλάσταινε,
τα χέρια που ορμηνεύαν τη δίψα,
τα πρωτόφαντα όμματα.
Στο δυνάμωμα των αχτίδων
καβαλάρηδες μάχονταν τα νέφη
και ξεφλούδιζαν αεικίνητα
τα ξεραμένα αίματα,
το ξεθαμένο των τρελών
και του γέλιου τα ολάνθιστα μπουμπούκια
στην παλάμη του χεριού τους
βάστηξαν, τα φίλησαν με τρυφεράδα
και σκέπασαν με τη φρούρηση
του μαυρομέταξου
την ξάστερη τη λάμψη.
Πλέχθηκαν στους καλπασμούς
χρυσού στεφάνια στην καρδιά τους,
σε κάθε γονάτισμα
δυνάμωσε η μαγική ισχύ
που καταπίνει θεριά και στόματα
και μέσα από τείχη υψώθηκε
γλυκόλαλη πνοή.