
Απόψε
βούτηξα τη μύτη μου
να μυρίσω τη σελήνη
κι έγινε μια στάλα ασπρούλα,
κόλλησε πάνω της
άχνη φεγγαρόσκονη.
Κοιτώ, ως συνήθως,
τ’ άστρα με χαρά παιδική
και σκέφτομαι διάφορα,
όπως, να, αν φταρνιζόμουν
θα γέμιζαν πασπάλια
όλες οι κρυφές γωνιές τους
και θα στραφτάλιζε από παντού
φάντασμα το φεγγάρι.
Ή πως αν αρχίσω να βουλιάζω
τη μούρη μου στη νύχτα,
θα μπήγονται μέσα της λουλούδια
με την ευθραυστότητα
και τη σάρκα των αυγών,
σκέψου να ‘σκαγαν
πόσα ξεχτένιστα φεγγάρια
θ’ αναβόσβηναν στο δέρμα της.
Γονατίζω, μα πριν αγγίξω
τ’ αραχνοΰφαντα πυκνώνουν σε ομίχλη,
με σκέπασε με τις γκρίζες πέτρες της
βραχόσχημη συννεφιά.
Μονάχα αυτή η μπάλα,
που περνά συνέχεια
πάνω απ’ το κεφάλι μου
κι έχει το κόκκινο της παπαρούνας χρώμα,
με μπερδεύει με τα τακούνια της
καταμεσής, τι να την κάνω.
Υφαίνονται τα χνάρια της
σε δύσβατους ανέμους;