Διάλογος μ’ ένα καθρέφτη

Βρυκόλακας

Τολμάς κι εμφανίζεσαι μπροστά μου θρασίμι,
τις επιφάνειες των φίλων σου ρώτα,
ρώτα αν ξαναβρήκαν ποτέ τα θραύσματά τους,
σκληρόκαρδη ψυχή αυτή που ταπεινώνει
όσους αέναα δεν έχουν,
άσε να γείρω στην παγωνιά σου ψυχράδι,
να μη θυμάμαι, να μην πονώ
αυτό που δε φαίνεται μα είναι τόσο ζωντανό,
ανύπαρκτος στην ανυπαρξία
και στου χρόνου το κύλισμα.

Καθρέφτης

Ο αόρατος δε βλέπει στη λύσσα
παρά μόνο την απουσία του,
πες κι εσύ τον καημό σου,
μένος να γεύομαι είμαι μαθημένος,
ελάχιστοι μ’ αγάπησαν εμένα.
Πριν άλλη απειλή εκτοξεύσεις,
αναλογίσου μόνο τι μας δένει, συφοριασμένε,
ποιός θεός γελά μ’ αυτήνε την κατάρα,
να ‘χω για όλους αντανάκλαση
εκτός απ’ του προσώπου μας τη σκοτεινή γυαλάδα.