
Τις ώρες
που το φως δεν πέφτει
σχήμα πάνω μου
και το μαύρο μου μετάξι
παίζει με της σελήνης τις αυλακιές,
πλαγιάζω σ’ επιστολόχαρτα
με μυρωδιά αιώνιου δρόμου
και διαβάζω δυνατά
το απλωμένο μαγνήτισμα,
μαργαριτάρια κυλούν
στις υποδοχές μου
και περιηγητής του σύμπαντός μου
αγγίζεις το πείσμα της ανάσας μου,
στάζοντας βερύκοκο
στον κυανό μου σβέρκο.


