
Με παρατηρεί σιωπηλό
ένα κομμάτι σάρκας,
που κάθεται στην πολυθρόνα
από προχθές.
Αλαργεύω πιο μετά,
όταν στις γάμπες
φτάνει το φως του φεγγαριού
που παραμένει ανοιχτό,
ακόμα και τις Κυριακές.
Ακόμα και στις τρυφερές
του σκοταδιού φωτογραφίες,
όταν τακούνια καρφώνουν
στα παραθύρια τα πεσμένα άστρα.
Να ράψουμε κι άλλα δέντρα
στην κορφή τους.
Να πιστέψουμε
σε ό,τι κρέμεται από έναν ουρανό
με το χρώμα της θάλασσας.
Σήκω, αν είναι να δαγκώνουμε,
έλα το ίδιο κομμάτι σοκολάτας,
να λιώνουν στα δόντια
οι ροδιές απ’ τους σταθμούς
των ταξιδίων.
Κι ολάσπρα ανθάκια
να πέφτουν απ’ τα κλαδιά,
όπως θροΐζουν
του φεγγαριού οι νιφάδες.