
Ανεμίζουν νιφάδες,
τι προφύλαξη να πάρει κανείς
όταν ξεφορτώνει ο ουρανός
ένα φορτίο με άγριες φαντασιώσεις,
φέγγει η σιλουέτα τους τη νύχτα
κι είναι παράξενη η μνήμη,
συγκεντρώνεται
σε κάτι εκλεπτύνσεις
που ψιθυρίζουν την αχανή έκταση
μιας ενέργειας,
ολόλευκη δύναμη
που με τη γλώσσα της
δονεί το φεγγάρι.
Θάμπωση γυμνώνεται
προσευχόμενη.
Τρυφερή σιγαλιά ξαναπλάθει
τους ήχους.
Απέναντι
πάντα η θάλασσα.