
Σήμερα πήγα και ψώνισα
ένα κομμάτι πάγο.
Ολόκληρο, ατόφιο, καθαρό.
Το έβαλα στον πάγκο
και το κοιτούσα από όλες τις μεριές,
όπως ένας γλύπτης κοιτά την άμορφη μάζα
λίγο πριν την αγγίξει,
λίγο πριν πνοή με την τρέλα του της δώσει.
Αρχίνησε μια ατέλειωτη στιχομυθία
με το υποψήφιο ανάγλυφο,
σαν να ήθελα να καταπιώ
τις σταγόνες που θα ξέρναγε απεγνωσμένα
στην προσπάθειά του να μετατραπεί
σε κάτι ανάλγητο, μέσα στα χέρια μου.
Το πήρα, το ξέντυσα μ’ ευλάβεια,
μισό θάλασσα μισό άνεμος
άρχισε να γεμίζει τα χέρια μου,
σε λίγο κοιτούσα έντρομη τους λυγμούς,
τις εκτάσεις και το κρύο του,
αιμόφερτο άρχισα να το παραμορφώνω
με μια λαχτάρα να προλάβω τη δύση,
όσο περνούσε η ώρα άρχισαν να ξεπηδούν από μέσα
μικροσκοπικά λουλούδια, τόσο καλά διατηρημένα,
σκόρπιζαν τριγύρω και καθώς τίναζαν τα πέταλά τους
ρουφούσε η γη αχόρταγα τη γεύση τους.
Άφθονο νερό χύθηκε γύρω μου,
τα πόδια μου, δε νιώθω τα πόδια μου,
μουρμούρισα σε κάποια φάση
και αφέθηκα
να πλατσουρίζω με τα φτερά μου
στο λιωμένο χιόνι κι όσο έπαιζα
τόσο αυτό ανέβαινε,
προς στις γάμπες, στους μηρούς,
στους γοφούς και στη μέση,
μέχρι να το καταλάβω
τυλίχτηκα ολόκληρη
την ύλη την διάφανη, την καθάρια.
Ποιός μπορεί ν’ αντισταθεί
στου νερού τη λευκή μορφή, σκέφτηκα
και αψηφώντας τις ασάφιες των συναισθημάτων κυλίστηκα,
ενώθηκα στις λεπτομέρειες
μιας εντυπωσιακής κίνησης,
εγώ, τα άνθη, το νερό,
ένα υφάδι με εσωτερική ενότητα και γαλήνη.
Δεν κρύωνα. Ο πάγκος πήρε νυχτερινό χρώμα
κι η γλώσσα μου άγγιζε τον ασημένιο βυθό.
Αυτή η καταγωγή. Αυτή ήταν που άνοιξε
την κοιλιά του χιονιού. Και ξεπήδησε από μέσα
η σελήνη και τα λευκόσαρκά μου ανθισμένα.
Τα έχω όμορφα εφήμερα αποθέσει.
Αν φτάσεις πριν από μένα, έχε το νου σου.
Έχασα ανάμεσα και κάτι θερμές πηγές.
Τρελαίνονται να τις στολίζεις
μεταξωτές ανάσες
και να τις χαιδεύεις στο λαιμό.
Μην κολλήσεις στην παγωμένη ενέδρα.
Έχω τόσα να σου πω.