
Ανοίγει τα μάτια της διάπλατα,
αστραφτοβολά το βλέμμα
ανάμεσα απ’ τα μαύρα κεράσια,
αποκαλύπτεται εμπρός της
εκείνος ο συνδυασμός
που ξεπερνά τις ξύλινες γλώσσες,
το πουπουλένιο της πρόσωπο
κελαηδά με τα πουλιά,
ξαναμαζεύει τις δυνάμεις της ανθρωπότητας
πίσω από το αυτί της,
ρόδινη θάλασσα βαλσαμώνει τον ήλιο,
αράγιστη ελλοχεύει η σιωπή
να επιστρέψει στο ασήμι,
στου φεγγαριού το δυνάμωμα,
στου δάσους την άπληστη γνώση.
Και προχωρά
στα χείλη της φωτιάς,
ωριμάζοντας τους προγόνους.
.